Τρέξαμε γυμνοί, δίπλα στο ποτάμι...


Η μπάρα υπόμενε με κατανόηση το βάρος του αγκώνα μας, τα ποτά, τα φιστίκια. Ήμουν παρέα με δυο μποέμ, ο ένας καλλιτέχνης, ο άλλος βιβλιοφάγος. Αν μας παρακολουθούσες από απόσταση, θα στοιχημάτιζες ότι μιλούσαμε για το χτεσινό ματς. Κι όμως είχαμε καταπιαστεί με τους Ντοστογιέσκι, Νίτσε, Φόκνερ, Μίλερ. Ο καλλιτέχνης σαν τραίνο στις ράγες του, ο άλλος πέταγε κάθε τόσο την ατάκα: «Δεν γαμείς, που δεν γαμείς, δεν πας για διάβασμα...»

Είπα να πάω για διάβασμα. Έσπρωξα την πόρτα του μπαρ και βγήκα.
Η πόλη μια σκοτεινή τσιμεντένια έρημος. Κι ο δήμαρχος, αντί να χτυπήσει το μαγικό του ραβδί και να μεταμορφώσει το τσιμέντο σε πράσινο, ξεπουλιέται στους εργολάβους, σχεδιάζει MALL, υπόγεια πάρκινγκ και ξεριζώνει τα εναπομείναντα δέντρα. Κι όταν κάποιοι αντιδρούν, στέλνει τα ΜΑΤ.
Ευτυχώς που το σκοτάδι κρύβει αρκετή απ’ την ασχήμια.
Έστριψα στην Πανεπιστήμιου κι αποφάσισα να πάω σινεμά.

Πλησιάζοντας στα σκαλιά του Παλλάς, την είδα να κάθεται στο μάρμαρο, σέξι, ατσαλάκωτη κι όμως τσαλακωμένη, μελαγχολική. Ήμουν σίγουρος πως αν ζούσε 100 χρόνια πριν, θα έτρεχε γυμνή δίπλα στο ποτάμι στο φως του φεγγαριού. Η ματιά της σπάθιζε δίψα για έρωτα.

Η ταινία ήταν άψυχη. Έδωσα 5 Ευρώ για ταξί και βρέθηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μπαίνοντας έκανα το λάθος και πήρα στα χέρια το τηλεκοντρόλ.
Οι αγρότες βρίσκονταν σε αδιέξοδο. Ακόμα κι από την Κρήτη ήρθαν να πουν το παράπονό τους στον Παρθενώνα. Έπαιζαν μαντινάδες, πίνανε ρακές, γλεντούσαν στο λιμάνι. Τους είδε ο Ζορμπάς από εκεί πάνω και τους ζήλεψε. Η κυβέρνηση για το καλωσόρισμα τους κέρναγε χημικά και δακρυγόνα. Σιγά μην κώλωναν βλέποντας τον Γιώργο ανάμεσά τους. «Κεράστε τον κι αυτόν μια ντουζίνα απ τα ΚΑΛΑ!», φώναξε ο αρχηγός της διμοιρίας.

Ξάπλωσα. Έκλεισα τα μάτια.
Είπα να διαλέξω όνειρο.
Διάλεξα να σκύψω και να της βγάλω τα τακούνια, τη φούστα, το καλτσόν.
Της έδωσα το χέρι και τρέξαμε γυμνοί, δίπλα στο ποτάμι...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου